ἄστρον

ἄστρον
τὸ ἄστρον (ср. ὁ ἀστήρ) звезда, светило (ср. астрология; англ. disaster несчастье, букв. «дурная звезда»)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ἄστρον" в других словарях:

  • ἄστρον — the stars neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαλώμη (Αστρον) — Αστεροειδής που πρωτοεπισημάνθηκε στις 3 Απριλίου 1905. Το αστρικό φωτογραφικό του μέγεθος στη μέση αντίθεσή του είναι 14,7 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και 10,8 από τον Ήλιο …   Dictionary of Greek

  • πλανήτης — (Αστρον.). Ουράνιο σώμα ετερόφωτο, που στρέφεται γύρω από τον Ήλιο. Εξαιτίας της κίνησης αυτής, οι π. φαίνονται να μετακινούνται στην ουράνια σφαίρα, σε αντίθεση προς τους άλλους αστέρες, τους απλανείς, που φαίνονται ακίνητοι στον ουράνιο θόλο… …   Dictionary of Greek

  • σελήνη — (Αστρον.). Ο μοναδικός φυσικός δορυφόρος της Γης. Τα γενικά γνωρίσματα του ήταν γνωστά από την αρχαιότητα στους αστρονόμους, τα γεωλογικά όμως και φυσικά χαρακτηριστικά του μόλις τώρα αρχίζουν να αποκαλύπτονται με τα στοιχεία που πρόσφεραν οι… …   Dictionary of Greek

  • ορίζοντας — (Αστρον.). Η νοητική κυκλική γραμμή, που ορίζεται από το κάθετο προς τη διεύθυνση του ζενίθ επίπεδο και συναντά την ουράνια σφαίρα. Βλ. λ. ουρανός. * * * ο (Α ὁρίζων) η κυκλοτερής νοητή γραμμή κατά την οποία ο ουρανός φαίνεται να εφάπτεται με το… …   Dictionary of Greek

  • Λυρίδες — (Αστρον.). Σμήνος μετεώρων. Το ακτινοβόλο σημείο τους βρίσκεται στον αστερισμό της Λύρας. Η Γη συναντά το σμήνος σε ετήσια βάση, στο διάστημα από 18 έως 24 Απριλίου. Κάθε 12 με 16 χρόνια, η βροχή των μετεώρων είναι πολύ πιο έντονη από τις… …   Dictionary of Greek

  • Μιράντα — (Αστρον.). Ο πρώτος σε σειρά απόστασης από τον πλανήτη και ο μικρότερος από τους πέντε δορυφόρους του Ουρανού. Απέχει από αυτόν 129.780 χλμ., έχει μέγεθος περίπου 17 και διάμετρο 484 χλμ. * * * η αστρον. ένας από τους πέντε γνωστούς δορυφόρους… …   Dictionary of Greek

  • Περσείδες — (Αστρον.). Σμήνος μετεωριτών του οποίου το ακτινοβόλο σημείο βρίσκεται στον αστερισμό του Περσέα. Οι τροχιές τους σχηματίζουν μια δέσμη με διάμετρο 10 εκ. χλμ. Η Γη περνά από τη δέσμη αυτή επί ένα μήνα και περισσότερο. * * * οι, Ν αστρον. ομάδα… …   Dictionary of Greek

  • Περσεύς — (Αστρον.). Αστερισμός του βόρειου ημισφαίριου, μέσα στον Γαλαξία, μεταξύ των αστερισμών της Ανδρομέδας και του Ηνιόχου, και σε μια περιοχή πλούσια σε αστρικά σμήνη. Αποτελείται από 136 αστέρες, ορατούς με γυμνό μάτι, και από τρία αστρικά σμήνη,… …   Dictionary of Greek

  • Πηγασίδες — (Αστρον.). Σμήνος μετέωρων, του οποίου το ακτινοβόλο σημείο βρίσκεται στον αστερισμό του Πήγασου. Την τροχιά του σμήνους συναντά η Γη στις 30 Μαΐου περίπου, οπότε εμφανίζεται βροχή από τα ουράνια αυτά σώματα. * * * οι, Ν αστρον. σμήνος μετεώρων,… …   Dictionary of Greek

  • Τιτάν — (Αστρον.). Ένας από τους 9 δορυφόρους του Κρόνου και ο λαμπρότερος. Είναι ορατός με τηλεσκόπιο μικρής έντασης ως αστέρας 8,3 μεγέθους. Ανακαλύφθηκε το 1655 από τον Χούιγκενς. Σε σειρά απόστασης από τον κεντρικό πλανήτη έρχεται έκτος και απέχει… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»